κλασικισμός

Αισθητική θεωρία η οποία υποστηρίζει ότι το αντικείμενο της τέχνης είναι μια παγκόσμια, αιώνια και αναλλοίωτη ιδέα του ωραίου. Το ωραίο, κατά την άποψη των υποστηρικτών της θεωρίας αυτής, προϋποθέτει την ύπαρξη ρυθμού, μέτρου και ήρεμης ισορροπίας και έχει απόλυτα πραγματωθεί σε ορισμένα έργα που γι’ αυτό τον λόγο έχουν αξία προτύπων. Με αυτή τη γενική έννοια ο κ. παρουσιάζεται σε κάθε εποχή και χώρα, παράλληλα με την αντίθετή του και εξίσου παγκόσμια αντίληψη ότι η τέχνη είναι έμπνευση εντελώς ελεύθερη από πρότυπα και κανόνες και δεν υπάγεται σε καμία προκαθορισμένη ιδέα του ωραίου. Ιστορικά, ο κ. και ο αντικλασικισμός παρουσιάζονται και εκδηλώνονται με διάφορες μορφές και τρόπους, εκφράζοντας τα αντίθετα αισθητικά ιδεώδη των διαφόρων εποχών. Ούτε ο κ. ούτε ο αντικλασικισμός αποτελούν δόγματα, αλλά μετατρέπονται σε τέτοια όταν οι οπαδοί τους ταυτίζουν τη μεταξύ τους διάκριση με τη διάκριση μεταξύ ωραίου και άσχημου ή τέχνης και μη τέχνης. Λογοτεχνία. Γενικά, ο κ. μπορεί να θεωρηθεί ως ευρωπαϊκό πνευματικό κίνημα. Αντίθετα απ’ ό,τι πιστευόταν έως τον 19ο αι., η σύγχρονη θεωρία υποστηρίζει ότι έπειτα από την πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και παρά τις βαρβαρικές εισβολές, η γνώση της πνευματικής κληρονομιάς της κλασικής αρχαιότητας δεν χάθηκε ποτέ εντελώς. Οι κλασικές σπουδές άνθησαν ιδιαίτερα στις αρχές του Μεσαίωνα και κατά την καρολίγγεια περίοδο. Από τον 9o έως τον 11o αι. τα έργα των συγγραφέων του αρχαίου κόσμου συγκεντρώνονταν στις σπουδαιότερες βιβλιοθήκες της Ευρώπης, όπως του Γιορκ στην Αγγλία, του Σεν Ρικιέ, της Σαρτρ και του Τουλ στη Γαλλία, του Ζανκτ Γκάλεν στην Ελβετία, του Μπόμπιο, της Πομπόζα, του Μοντεκασίνο στην Ιταλία. Κυρίως σε αυτές τις βιβλιοθήκες μπορούν να εντοπιστούν τα σημαντικότερα πνευματικά ενδιαφέροντα του Μεσαίωνα: Βιργίλιος, Οβίδιος, Πέρσιος, Λουκανός, Στάτιος, Σενέκας (αλλά και Τερέντιος, Σαλλούστιος, Κικέρων, Οράτιος κ.ά.) είναι οι συγγραφείς από τους οποίους πήγαζε η σοφία της εποχής. Παρά το γεγονός ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας καταδίκαζαν θεωρητικά τον ειδωλολατρικό πολιτισμό, επικρατούσε η άποψη ότι οι ελευθέριες τέχνες, μολονότι υποτάσσονταν στη θεολογία η οποία ήταν η μόνη που κατείχε την αλήθεια, διατήρησαν έναν βαθμό σοφίας, ικανής να πλησιάσει την αληθινή και τέλεια γνώση. Ωστόσο, η παρουσία στις βιβλιοθήκες έργων των κλασικών συγγραφέων (classici auctores) –όπως είχαν ήδη ονομαστεί τον 2o αι. μ.Χ. από τον Αύλο Γέλλιο οι κυριότεροι συγγραφείς που διδάσκονταν στις classes, δηλαδή στις διάφορες τάξεις των σχολείων και θεωρούνταν αξιομίμητα παραδείγματα– δεν αποτελεί ασφαλές τεκμήριο της τύχης του κ. στον Μεσαίωνα, αν δεν ληφθούν υπόψη ο πνευματικός πολιτισμός της Γαλλίας τον 11o και τον 12o αι. και η όλη φυσιογνωμία του μεσαιωνικού πολιτισμού. Οι άνθρωποι του Μεσαίωνα, κάτω από τον πέπλο των αρχαίων μύθων, προσπαθούσαν να ανακαλύψουν αλήθειες και διδάγματα. Έτσι, δημιουργήθηκαν πολυάριθμες ποιητικές ανθολογίες, οι οποίες έγιναν με τον συγκεκριμένο σκοπό να προσφέρουν συλλογές αποφθεγμάτων που να εφαρμόζονται στην ηθική ζωή. Τέτοιο παράδειγμα είναι το De felicitate vitae, που στην πραγματικότητα αποτελεί συλλογή στίχων του Τίβουλλου. Οι ανθολογίες (Flores) αποτελούν επίσης απαραίτητο βοήθημα για τη μελέτη της γραμματικής και της προσωδίας, επειδή προσφέρουν τα exempla auctorum (τα παραδείγματα των συγγραφέων). Ουσιαστικά, οι κλασικοί αποτελούσαν για τους ανθρώπους του Μεσαίωνα ό,τι υπήρξε ο Βιργίλιος για τον Δάντη: δάσκαλος και αυθεντία, πηγή του «ωραίου ύφους» του. Από τη στιγμή, όμως, που η μεσαιωνική ανάλυση είχε εξαντλήσει από μια άποψη την αξιοποίηση των κλασικών, ο άνθρωπος κατάλαβε πως δεν δημιουργήθηκε για να θαυμάζει το κατεστημένο και πως μπορούσε και ο ίδιος να διαπλάσει ελεύθερα σε άπειρες μορφές τον κόσμο. Έτσι, εκδηλώθηκε μια επιστροφή στους κλασικούς με άλλο πνεύμα και άλλες προθέσεις. Ο κ. έφτασε στη μεγαλύτερη λαμπρότητά του την εποχή του ουμανισμού (15ος-16ος αι.), που αποτελεί μεγάλο σταθμό του ευρωπαϊκού πολιτισμού και εκφράζει, με τα λογοτεχνικά του έργα, την αναζήτηση ενός νέου τρόπου ζωής. Οι ανθρωπιστικές σπουδές (studia humanitatis) και τα ανθρωπιστικά γράμματα (humanae litterae) αποτέλεσαν, την ίδια εποχή, όργανο και απόδειξη της πίστης στην ανανέωση της κοινωνίας. Ο ανθρωπισμός είχε δύο όψεις: τη φιλολογική και την καλλιτεχνική. Η πρώτη θεμελιώθηκε με τις εκδόσεις και τα σχόλια στην ανακάλυψη από την αρχή και αποκατάσταση των αρχαίων κειμένων, ενώ η δεύτερη άνθησε με ποιητικά έργα, όπως οι Στροφές για το κονταροχτύπημα (Stanze per le giostra) του Πολιτσιάνο και ο Μαινόμενος Ορλάνδος (Orlando Furioso). Ο πολιτισμός αυτός όμως εμπνεόταν, προπάντων, από νέες αξίες και νέα ιδανικά, όπως η αρετή, η αγάπη για τη δόξα, ο πόθος για την ελευθερία, η νέα αντίληψη της ιστορίας που δεν περιοριζόταν πια στην αφήγηση περιπετειών και στην εξύμνηση προσώπων, αλλά είχε ως βάση μια αιτιοκρατία που εμπνεόταν από την αναζήτηση της απόλυτης και αιώνιας αλήθειας και διαπίστωνε επίσης, όπως βεβαίωνε ο Λεονάρντο Μπρούνι, την «progressus liberorum populorum» (την πρόοδο των ελεύθερων λαών), δείγμα της συνείδησης που έχει ο άνθρωπος για το ίδιο του το έργο· της ιστορίας, επομένως, που αντιλαμβανόταν τις συνθήκες της σύγχρονής της κοινωνίας, τους πόθους, τις αρετές και τα σφάλματα που διέπραξε ο άνθρωπος για την κατάκτηση της κοινωνικής ζωής του. Έτσι οι κλασικοί, και ιδιαίτερα οι αρχαίοι ιστορικοί, προσέφεραν στους ουμανιστές τα πιο αξιόλογα παραδείγματα για τη νέα αντίληψη της ιστορίας. Ένα από τα πιο σημαντικά παραδείγματα μπορεί να θεωρηθεί το έργο Africa του Πετράρχη, ποίημα που εξυμνεί τη Ρώμη και τον Σκιπίωνα τον Αφρικανό με απόλυτο σεβασμό προς τα διδάγματα που προσφέρει η ιστορία του Λίβιου. Στην πραγματικότητα, οι κλασικοί προσέφεραν ένα πολύτιμο όργανο για τη διατήρηση της ισορροπίας μεταξύ του ιδανικού και της πραγματικότητας· η μίμηση μεταφέρθηκε από τα βιβλία στη φύση που μας περιβάλλει. Στη θαυμαστή άνθηση της Αναγέννησης, ο όρος κ. χρησιμοποιήθηκε για να χαρακτηρίσει την ποιητική και τους καλλιτεχνικούς κανόνες· μια ποιητική που προσπάθησε να αναγνωρίσει για ποιον λόγο η τέχνη των αρχαίων κατέκτησε την αξεπέραστη τελειότητα και θέλησε να αντλήσει από αυτή την τέχνη μια γενική θεωρία που να μπορεί να προσφέρει ρυθμιστικούς κανόνες. Ο αληθινός καλλιτέχνης πρέπει να πειθαρχεί τον εαυτό του, έχοντας πάντα ως υπόδειγμά του καλύτερους συγγραφείς – τον Κικέρωνα και τον Βιργίλιο από τους αρχαίους, τον Πετράρχη και τον Βοκάκιο από τους νεότερους. Κατά το δεύτερο μισό του 16ου αι. η Ποιητική του Αριστοτέλη και η Ποιητική Τέχνη του Οράτιου ενίσχυσαν την τάση της μίμησης προσφέροντας σαφείς και συγκεκριμένους κανόνες. Καθορίστηκαν τα λογοτεχνικά είδη και αναγνωρίστηκαν ως γνήσια μόνο εκείνα που παραδόθηκαν από την κλασική παράδοση, ενώ για κάθε είδος υποδείχθηκε ένα πρότυπο και ειδικά κριτήρια σύνθεσης. Ως βασικά είδη αναγνωρίστηκαν το επικό και το δραματικό, καθώς και η τραγωδία. Ο Σκαλίτζερο και οι άλλοι αριστοτελικοί που παραδέχονταν την αρχή της μίμησης της φύσης υποστήριξαν ότι αυτή η μίμηση δεν πρέπει να είναι άμεση, γιατί «ο Βιργίλιος δημιούργησε μια φύση τελειότερη από την πραγματική». Ο κ. επηρέασε πολύ τη δραματουργία, με αφετηρία τα μεσαιωνικά θεατρικά έργα του Ροσβίτα, ο οποίος χρησιμοποίησε για ηθικούς και χριστιανικούς σκοπούς τον Τερέντιο, έως τις ανθρωπιστικές κωμωδίες στα λατινικά του Ενέα Σίλβιο Πικολόμινι, του Λεόν Μπατίστα Αλμπέρτι, του Λεονάρντο Αρετίνο και κυρίως τα έργα στην κοινή γλώσσα της Αναγέννησης, που άρχισαν ουσιαστικά με τις κωμωδίες του Αριόστο και συνεχίστηκαν με έργα των Μακιαβέλι, Ντοβίτσι, Αρετίνο και Λάσκα. Τα πρότυπα προσέφεραν ο Πλαύτος και ο Τερέντιος και σε ορισμένες περιπτώσεις ο Βοκάκιος, καθώς και άλλοι διηγηματογράφοι. Οι μορφές όμως, δηλαδή η τεχνική των διαλόγων και των σκηνών, προέρχονταν κυρίως από τα υποδείγματα αρχαίων κωμικών, φαινόμενο που παρουσιάζεται και στις τραγωδίες του Τρισίνο και του Αρετίνο, του Τζιράλντι-Τσίντιο και του Τάσο, οι οποίες είναι εμπνευσμένες από το αρχαίο ελληνικό θέατρο και από τον Σενέκα. Ο κ. του ουμανισμού και της Αναγέννησης απέκτησε πανευρωπαϊκή σημασία. Στη Γαλλία, η ιταλική επίδραση και η μίμηση της κλασικής αρχαιότητας αναπτύχθηκαν πολύ, ιδιαίτερα κατά τη βασιλεία του Φραγκίσκου A’, προετοιμάζοντας το έδαφος για το ποιητικό κίνημα της Πλειάδας και τα έργα του Ραμπελέ και του Μοντένι· η Ποιητική του Σκαλίτζερο, που δημοσιεύτηκε στη Λιόν το 1561, επέδρασε αποφασιστικά στις κατοπινές συζητήσεις και θεωρίες μέχρι την Ποιητική Τέχνη (Art poétique) του Μπουαλό (1674), όπου η νέα κλασικίζουσα αντίληψη αναπτύχθηκε θεωρητικά, σε αντίθεση με την τάση του μπαρόκ και σε σχέση με τη μεγάλη λογοτεχνική άνθηση της εποχής του Λουδοβίκου ΙΔ’ με τους Μολιέρο, Λα Φοντέν, Ρακίνα, Μπουσουέ, Λα Μπριγιέρ, Λα Ροσφουκό κ.ά. Στην Αγγλία, όπου ο Σίντνεϊ υποστήριξε, στα τέλη του 16ου αι., την αριστοτελική θεωρία περί τέχνης και όπου το θέατρο του Σενέκα επηρέασε σημαντικά το ελισαβετιανό δράμα, το κλασικό ιδεώδες έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο στον Ντράιντεν και στον Ποπ. Το πρότυπο του γαλλικού κ. μετέφερε στη Γερμανία ο Γκότσεντ στο πρώτο μισό του 18ου αι. Την ίδια εποχή αυστηρά κλασικιστική ποίηση εμφανίστηκε στην Ισπανία με τον Ιγκνάθιο ντε Λουθάν. Για τις πολύπλοκες σχέσεις που συνδέουν, μέσω του ουμανισμού, τον κ. με την προτεσταντική Μεταρρύθμιση, αρκεί vα αναφερθούν ο Έρασμος ή ένας δραματουργός όπως ο Φόντελ, στο θέατρο του οποίου συμπλέκονται κλασικά σχήματα και στοιχεία μπαρόκ. Τέχνη. Ήδη, από τον 1o αι. π.Χ., ο Κικέρων υποστήριζε ότι ορισμένα αγάλματα του Φειδία είχαν ως υπόδειγμα ένα θείο αρχέτυπο κάλλους και λίγο αργότερα ο Οράτιος στην Ποιητική Τέχνη (Ars poetica) έθετε την αρχή της μίμησης της φύσης, που αποτέλεσε την ορθολογιστική βάση του κ. από την Αναγέννηση και ύστερα. Στην εποχή του Αυγούστου και ακόμα περισσότερο στην εποχή του Αδριανού (2ος αι. μ.Χ.), η ρωμαϊκή τέχνη απηχούσε ελληνικούς εκφραστικούς τύπους, άλλοτε προσπαθώντας να διατυπώσει με τρόπους ελληνιστικής προέλευσης νέα καθαρά ρωμαϊκά θέματα, όπως στα ανάγλυφα του Ara pacis, άλλοτε μιμούμενη την ελληνική τέχνη κατά τρόπο ακαδημαϊκό, όπως στην έπαυλη του Αδριανού, στο Τίβολι, και στους πολυάριθμους ανδριάντες του απελεύθερου Αντίνοου. Αυτός ο σύνδεσμος ελληνικής και ρωμαϊκής τέχνης έγινε τόσο βαθύς ώστε οι μεταγενέστεροι καλλιτέχνες έφτασαν συχνά στο σημείο να συγχέουν τη μία με την άλλη. Ήδη, στην εποχή του Αδριανού, υπήρχαν τα χαρακτηριστικά στοιχεία του κ., δηλαδή η ανάγκη της υπέρβασης των υποκειμενικών παραγόντων στην καλλιτεχνική δημιουργία, η αναζήτηση της ισορροπίας μορφής και περιεχομένου, λογικής και φαντασίας και η μίμηση των αριστουργημάτων του παρελθόντος. Στους επόμενους αιώνες κλασικά στοιχεία εντοπίστηκαν στην καρολίγγεια, στη ρομαντική και στη γοτθική τέχνη, αλλά, μολονότι είναι φανερή η μίμηση των αρχαίων στα έργα διαφόρων καλλιτεχνών (για παράδειγμα του Νικόλα Πιζάνο), μόνο κατά τον 15o και τον 16o αι. παρατηρήθηκε ο καθαυτό κ., αφού οι ίδιοι οι καλλιτέχνες, θέτοντας για πρώτη φορά το πρόβλημα της σχέσης με την αρχαία τέχνη, αναζήτησαν το πνεύμα και τους αισθητικούς νόμους που δημιούργησαν τα αρχαία αριστουργήματα και, χωρίς να τα μιμηθούν παθητικά, εργάστηκαν με απόλυτη αυτονομία. Οι κυριότεροι πρωταγωνιστές των ερευνών αυτών με τα έργα και τα γραπτά τους υπήρξαν οι Μπρουνελέσκι, Ντονατέλο, Μαζάτσιο, Αλμπέρτι, Φιλαρέτε, Μαντένια, Φραντσέσκο ντι Τζόρτζιο Μαρτίνι, Μπραμάντε, Λεονάρντο ντα Βίντσι, Ραφαήλ, Μιχαήλ-Άγγελος και Κορέτζιο. Ωστόσο, στα έργα των τεσσάρων τελευταίων καλλιτεχνών και του κύκλου τους ανευρίσκονται τα πρώτα εικαστικά αντικλασικά στοιχεία και οι προϋποθέσεις του μανιερισμού, ο οποίος, απορρίπτοντας ορισμένες αρχές του κ., ήρθε κατά κάποιον τρόπο σε αντίθεση μαζί του. Η εναντίωση της Αντιμεταρρύθμισης στην υπερβολική εκφραστική ελευθερία του πρώτου μανιερισμού άρχισε να γίνεται αισθητή στην τελευταία φάση του μανιερισμού του 16ου αι. και επηρέασε τον κ. των καλλιτεχνών του 17ου αι., ιδιαίτερα των Καράτσι, οι οποίοι πρότειναν την επιστροφή όχι μόνο στους μεγάλους καλλιτέχνες του 16ου αι. αλλά και στους Έλληνες. Ο κ. του Αγκοστίνο και του Ανιμπάλε Καράτσι, με πιο γνωστή εκδήλωσή του τις τοιχογραφίες του Μεγάρου Φαρνέζε στη Ρώμη (1597-1604), φανέρωσε την τάση των καλλιτεχνών να επανέλθουν στις εικαστικές υποδείξεις της αρχαιότητας και της Αναγέννησης. Ο κ. υποστηρίχθηκε θεωρητικά από τον Τζοβάνι Μπατίστα Αγκούκι και από τον Τζοβάνι Πιέτρο Μπελόρι. Κατά τoν 17o αι. ο κ. διαδόθηκε στην υπόλοιπη Ευρώπη. Δύο Γάλλοι καλλιτέχνες, ο Κλοντ Ζελέ, επονομαζόμενος Λε Λορέν, και ο Νικολά Πουσέν έθεσαν τις βάσεις του γαλλικού κ. Ο Νικολά Πουσέν, που είχε ήδη μελετήσει στο Παρίσι τα χαρακτικά του Ραφαήλ και του Τζούλιο Ρομάνο, όταν το 1624 εγκαταστάθηκε στη Ρώμη, προσέγγισε με μεγάλη αγάπη τα τεκμήρια της αρχαίας γλυπτικής και αρχιτεκτονικής, αλλά και καλλιτέχνες όπως ο Ντομενικίνο και οι Καράτσι, και γοητεύθηκε από τη ρωμαϊκή ύπαιθρο. Ο Πουσέν και ο Λορέν οδήγησαν σε μεγάλη άνοδο και τελειότητα τη λεγόμενη αρκαδική τοπιογραφία. Ο κ. κέρδιζε συνεχώς έδαφος στη Γαλλία, ώσπου την εποχή του Λουδοβίκου ΙΔ’ (1638-1715) έγινε η επίσημη τέχνη με τον ακαδημαϊσμό του Σαρλ Λε Μπρεν. Στην Αγγλία ο Ιταλός καλλιτέχνης του 16ου αι., Παλάντιο, κίνησε περισσότερο το ενδιαφέρον των αρχιτεκτόνων του 17ου και του 18ου αι. Ήδη ο Ίνιγκο Τζόουνς είχε δώσει μια προσωπική ερμηνεία στην τέχνη του Παλάντιο, αλλά το ρεύμα αναπτύχθηκε τον 18o αι. με τον λόρδο Μπέρλινγκτον –ο οποίος το 1732 δημοσίευσε το έργο του Παλάντιο Ρωμαϊκές θέρμες– και με τον θεωρητικό του ρεύματος Κόλεν Κάμπελ και το έργο του Βιτρούβιος ο Βρετανικός. Το ρεύμα αυτό συγχωνεύθηκε στο ευρύτερο κίνημα του νεοκλασικισμού, το οποίο, με την ώθηση του Τόμας Τζέφερσον, οδήγησε την επίσημη αρχιτεκτονική των ΗΠΑ στους κλασικούς ρυθμούς. Εμπνευστής του Τζέφερσον ήταν ο Γάλλος Σαρλ Λουί Κλερισό, γνώστης και σχεδιαστής κλασικών αρχαιοτήτων, ο οποίος σχεδίασε το Καπιτώλιο του Ρίτσμοντ. Στην αρχιτεκτονική, μετά την Παλινόρθωση (1815-30) επικράτησε ο ρομαντικός εκλεκτικισμός που συγχώνευσε στοιχεία γοτθικά, κλασικίζοντα, αναγεννησιακά και μπαρόκ. Ωστόσο στη Γερμανία, με αφορμή την κατασκευή των μεγάλων πολεοδομικών έργων, μελετήθηκαν και εφαρμόστηκαν αναγεννησιακά και αρχαία ελληνικά πρότυπα. Με τα πρότυπα αυτά οικοδομήθηκε η πύλη του Βρανδεμβούργου του Λέο φον Κλέντσε και του Λάνγκχανς. Ο Λέο φον Κλέντσε, αρχιτέκτονας του Λουδοβίκου A’ της Βαυαρίας, εμπνεύστηκε από την ελληνική αρχιτεκτονική, όπως για παράδειγμα στο επιβλητικό μέγαρο της Βαλχάλα στη Ρατισβόνη κοντά στον Δούναβη, όπου αναπαρέστησε τον Παρθενώνα της Ακρόπολης των Αθηνών. Αργότερα, ο Άρνολντ Μπέκλιν και ο Χανς φον Μαρέ επανήλθαν στις κλασικές μορφές, αλλά με τρόπο αλληγορικό και φανταστικό, νεορομαντικό, που συνεχίστηκε στην κεντρική Ευρώπη από τον Φραντς φον Στουκ. Ο Πετράρχης, πρωτοπόρος του ουμανισμού και κορυφαίος λυρικός της ιταλικής λογοτεχνίας. Το κλασικό ιδεώδες προσέλαβε πρωτεύοντα ρόλο στο συγγραφικό έργο του Άγγλου Ποπ. Ένα τμήμα από το «Μαρτύριο του Αγίου Χριστόφορου» του Αντρέα Μαντένια (1431-1506). Το κλασικό αρχιτεκτόνημα του πρώτου επιπέδου προσδίδει μία κομψή εμφάνιση στο έργο, από το οποίο όμως δεν απουσιάζουν και αρκετά χαριτωμένα πραγματιστικά στοιχεία. Η έπαυλη του Αδριανού στο Τίβολι, όπου είναι εμφανής η τάση μιμητισμού της ελληνικής τέχνης (φωτ. ΑΠΕ).
* * *
ο
1. η τεχνοτροπία και το ύφος τών αρχαίων Ελλήνων και Λατίνων συγγραφέων και καλλιτεχνών
2. η τάση για μίμηση τών κλασικών συγγραφέων ή καλλιτεχνών
3. η σπουδή τών κλασικών συγγραφέων, οι κλασικές σπουδές
4. σύνολο τάσεων και θεωριών που εμφανίστηκαν στη Γαλλία τον 17ο αιώνα και ειδικότερα κατά τη βασιλεία τού Λουδοβίκου ΙΔ' και που ως χαρακτηριστικά τους είχαν τη λατρεία τής ελληνικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας, τη φροντίδα για το μέτρο και την τελειότητα τής μορφής, το ενδιαφέρον για τη φύση και τον άνθρωπο
5. το σύνολο τών λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων που έχουν παραχθεί με βάση την αντίληψη αυτή
6. καλλιτεχνική τάση που χαρακτηρίζεται από την αίσθηση τών αναλογιών, τών ισόρροπων και σταθερών συνθέσεων, την αναζήτηση τής αρμονίας τών μορφών και από μια αγνότητα στην έκφραση
7. η προσαρμογή στην παράδοση, στην παραδοσιακή αντίληψη. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. classicisme. Η λ. μαρτυρείται από το 1864 στον Αλέξ. Σκαρλ. Βυζάντιο].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • κλασικισμός — ο το ύφος των αρχαίων Ελλήνων και Λατίνων ή η μίμηση και η μελέτη των κλασικών συγγραφέων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ελλάδα - Τέχνη (Σύγχρονη) — Η ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ 19ου & ΤΟΥ 20ού αι. Εξετάζοντας την ελληνική εικαστική δημιουργία σήμερα, μπορούμε να καταλήξουμε στις εξής παραδοχές: α) παρουσιάζει έργα με μεγάλο… …   Dictionary of Greek

  • Ευρώπη — I Μία από τις πέντε ηπείρους. Είναι το μικρότερο τμήμα του κόσμου μετά την Αυστραλία και την Ωκεανία. Από μία άποψη θα μπορούσε να θεωρηθεί το ακραίο δυτικό τμήμα της Ασίας, της οποίας αποτελεί τη φυσική προέκταση. Πράγματι, δεν υπάρχουν φυσικά… …   Dictionary of Greek

  • Γερμανία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας Προηγούμενη ονομασία (1948 90): Γερμανική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία (ή Δυτική Γερμανία) & Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία) Έκταση: 357.021 τ.χλμ Πληθυσμός: 82.440.309 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα:… …   Dictionary of Greek

  • Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής Συντομευμένη ονομασία: ΗΠΑ (USA) Έκταση: 9.629.091 τ. χλμ Πληθυσμός: 278.058.881 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Ουάσινγκτον (6.068.996 κάτ. το 2002)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τον… …   Dictionary of Greek

  • Ιρλανδία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ιρλανδίας Έκταση: 70.280 τ. χλμ. Πληθυσμός: 3.883.159 (2002) Πρωτεύουσα: Δουβλίνο (495.102 κάτ. το 2002)Νησιωτικό κράτος της βορειοδυτικής Ευρώπης. Καλύπτει τα πέντε έκτα της έκτασης του ομώνυμου νησιού που… …   Dictionary of Greek

  • Ιταλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ιταλίας Έκταση: 301.230 τ. χλμ. Πληθυσμός: 56.305.568 (2001) Πρωτεύουσα: Ρώμη (2.459.776 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ευρώπης. Συνορεύει στα ΒΔ με τη Γαλλία, στα Β με την Ελβετία και την Αυστρία, στα ΒΑ με τη… …   Dictionary of Greek

  • Λετονία — Κράτος της βορειοανατολικής Ευρώπης, στη χερσόνησο της Βαλτικής. Συνορεύει στα Β με την Εσθονία, στα Α με τη Ρωσία και στα Ν με τη Λευκορωσία και τη Λιθουανία, ενώ βρέχεται στα Δ από τη Βαλτική θάλασσα και στα Β από τον κόλπο της Ρίγα, έναν… …   Dictionary of Greek

  • Σουηδία — Κράτος της Βόρειας Ευρώπης μεταξύ της Φινλανδίας και της Νορβηγίας.H Σουηδία (Konungariket Sverige) είναι η μεγαλύτερη από τις σκανδιναβικές χώρες. Tα σύνορά της, που καθορίστηκαν μόνιμα με το Σύμφωνο της Bιέννης (1815), ορίζονται φυσικά από την… …   Dictionary of Greek

  • Ρώμη — I (Rome). Όνομα δύο πόλεων των Η.Π.Α. 1. Πρωτεύουσα της περιοχής Ονέιντα, της Πολιτείας της Ν. Υόρκης (44 350 κάτ.). Είναι χτισμένη στις όχθες του ποταμού Μόουχωκ, βορειοδυτικά της Ούτικα. Πρόκειται για βιομηχανικό κέντρο και σιδηροδρομικό κόμβο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.